ἀτρακίς

ἀτρακίς
Page in Frisk: 1,180

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀτρακίς — spinous plant fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρακίδα — ἀτρακίς spinous plant fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ατρακίδα — η (Α ἀτρακίς) ονομασία ακανθώδους φυτού. [ΕΤΥΜΟΛ. < άτρακτος, με απλοποίηση του συμφωνικού συμπλέγματος κτ , πιθ. ανομοιωτική (πρβλ. άρκος < άρκτος)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.